Αξιωματούχοι της Υεμένης δήλωσαν στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι η Συρία θα στείλει χιλιάδες στρατιώτες στη Σαουδική Αραβία και την Υεμένη, ορισμένοι από τους οποίους βρίσκονται ήδη εκεί, για να στηρίξει την κυβέρνηση της Υεμένης και τον σαουδαραβικό σύμμαχό της στον πόλεμο κατά των φιλοϊρανών Χούθι.
Συριακή διπλωματική πηγή διέψευσε τον ισχυρισμό, χαρακτηρίζοντάς τον αβάσιμο.
Πηγή του Προεδρικού Συμβουλίου Ηγεσίας, του ανώτατου κυβερνητικού οργάνου της Υεμένης, ανέφερε ότι η Δαμασκός θα αποστείλει 3.000 στρατιώτες ώστε να βοηθήσει το σουνιτικό βασίλειο να «πολεμήσει τους Χούθι». Πρόκειται για την πρώτη ανάπτυξη ξένης δύναμης σε αυτό το πολεμικό μέτωπο από την επανέναρξη των εχθροπραξιών τον Ιούλιο.
Η συμφωνία, πρόσθεσε η πηγή, εγκρίθηκε κατά την επίσκεψη του Σύρου προέδρου Άχμεντ αλ Σάρα στο Ριάντ αυτή την εβδομάδα. Ζήτησε να μην κατονομαστεί, επικαλούμενη την ευαισθησία του θέματος.
Σε επικοινωνία του Γαλλικού Πρακτορείου, το συριακό υπουργείο Άμυνας δεν απάντησε αμέσως. Δεν υπήρξε αντίδραση ούτε από την πλευρά της Σαουδικής Αραβίας.
Ανάρτηση του Ragıp Soylu στις 7 Νοεμβρίου 2026 ανέφερε ότι κατά την επίσκεψη οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνίες συνεργασίας, ανάμεσά τους και αμυντική συμφωνία.
Η πρώτη φάση του σχεδίου
Όπως μεταδίδει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, πηγή μέσα από το υπουργείο Άμυνας της Υεμένης επιβεβαίωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο πως η πρώτη φάση προβλέπει την ανάπτυξη 3.000 Σύρων στρατιωτικών, στους οποίους περιλαμβάνονται αξιωματικοί και ειδικοί. Μακροπρόθεσμα ο σχεδιασμός αφορά 10.000 άτομα.
Η ίδια πηγή ανέφερε ότι στο Ριάντ βρίσκονται τεχνικές ομάδες από τα υπουργεία Άμυνας Συρίας και Σαουδικής Αραβίας, προκειμένου να κλείσουν τις λεπτομέρειες του σχεδίου.
Εκατοντάδες Σύροι στρατιώτες βρίσκονται ήδη και στις δύο πλευρές των συνόρων ανάμεσα στην Υεμένη και το βασίλειο. Αυτό ανέφεραν η ίδια πηγή και τρεις ξεχωριστές στρατιωτικές πηγές, οι οποίες επίσης μίλησαν υπό τον όρο να μην κατονομαστούν.
Βασικός υποστηρικτής της συριακής ισλαμιστικής κυβέρνησης, το Ριάντ επιχειρεί να κινητοποιήσει συμμάχους έναντι των επιθέσεων των Χούθι, που από τον Οκτώβριο πλήττουν σχεδόν καθημερινά πετρελαϊκές υποδομές και αεροδρόμια της χώρας.
Τον Σεπτέμβριο το φιλοϊρανικό κίνημα πήρε τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων της ακτογραμμής της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα, απειλώντας τις εξαγωγές της πετρελαϊκής μοναρχίας.
Κατά στρατιωτική πηγή που μίλησε στο Γαλλικό Πρακτορείο, οι Σύροι που έχουν ήδη φτάσει στο πεδίο εκπαιδεύουν κυβερνητικές δυνάμεις στο νότιο τμήμα του βασιλείου στη χρήση drones. Στην υεμενίτικη πλευρά, άλλοι κατευθύνουν επιχειρήσεις με drones κατά των Χούθι στην περιοχή.
Παρότι σύμμαχος της Σαουδικής Αραβίας, οι ΗΠΑ έχουν ως τώρα απορρίψει τα αιτήματα του Ριάντ για συνδρομή. Πρόσφατα η Αίγυπτος δεσμεύτηκε να προσφέρει στο Ριάντ αμυντική στρατιωτική συνδρομή, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις.
Για την προστασία του σαουδαραβικού τερματικού πετρελαίου στο Γιανμπού η Γαλλία έχει στείλει στρατεύματα. Τον Οκτώβριο το Λονδίνο γνωστοποίησε ότι αναπτύσσει μαχητικά αεροσκάφη ώστε να προστατευθεί το έδαφος της Σαουδικής Αραβίας.
Η διάψευση της συριακής πλευράς
Συριακή διπλωματική πηγή διέψευσε τις αναφορές, λέγοντας ότι η Δαμασκός δεν σχεδιάζει να στείλει στρατεύματα στην Υεμένη. Πρόσθεσε πως η στρατιωτική συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία θα μπορούσε, εν καιρώ, να διευρυνθεί, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων SANA.
«Οι αναφορές για αποστολή συριακών στρατιωτικών δυνάμεων στην Υεμένη είναι, σε αυτό το στάδιο, εντελώς αβάσιμες», δήλωσε η πηγή, υπό τον όρο να μην κατονομαστεί.
Ο Σύρος πρόεδρος, πρόσθεσε, επισκέφθηκε το Ριάντ αυτή την εβδομάδα και υπέγραψε συμφωνία-πλαίσιο συνεργασίας με το βασίλειο, «με επίκεντρο κυρίως την εκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεων».
Χθες το Reuters μετέδωσε, με βάση δύο πηγές του συριακού στρατού και έναν ανώτερο Αμερικανό αξιωματούχο, πως τις τελευταίες εβδομάδες η Συρία έστειλε στη Σαουδική Αραβία περιορισμένο αριθμό στρατιωτικού προσωπικού, για στρατιωτικές συμβουλές και εκπαίδευση.
Στο SANA η πηγή διευκρίνισε ότι η στρατιωτική συνεργασία, όπως διαμορφώνεται τώρα, αφορά την εκπαίδευση δυνάμεων, την ενίσχυση των δυνατοτήτων τους και την ανταλλαγή στρατιωτικής τεχνογνωσίας.

































